16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου του 1913 - Β! Βαλκανικός Πόλεμος και η συνθήκη του Βουκουρεστίου, που όρισε τα σύνορα στη Μακεδονία


Ένοπλη σύγκρουση, που διεξήχθη από τις 16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου του 1913 (28 Ιουλίου η τυπική λήξη της με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) κατά κύριο λόγο στα εδάφη της απελευθερωμένης από του Οθωμανούς Μακεδονίας, μεταξύ των πρώην συμμάχων του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912 - 30 Μαΐου 1913). Αντιμέτωποι τέθηκαν από την μία πλευρά η Βουλγαρία και από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος χαρακτηρίσθηκε από την ταχύτητα διεξαγωγής του και τη σκληρότητα των μαχών του.

Προτού λήξει ακόμη ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν εμφανή τα σημάδια της επερχόμενης ρήξης μεταξύ των συμμάχων για τη διανομή των απελευθερωμένων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία πίστευε ότι ήταν «ριγμένη» στη μοιρασιά έναντι των συμμάχων της Ελλάδας και Σερβίας και υποδαύλιζε διάφορα επεισόδια -συχνά αιματηρά- εναντίον Σέρβων και Ελλήνων στη Μακεδονία. Σε σχέση με τη χώρα μας αμφισβητούσε ανοιχτά την κατοχή της Θεσσαλονίκης και της νοτιοανατολικής Μακεδονίας. Κάθε πρόταση φιλικής διευθέτησης των διαφορών τους με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Σερβία συναντούσαν την αδιαλλαξία της, την οποία υπέθαλπε για τους δικούς της λόγους η Αυστροουγγαρία.

Για να αντιμετωπίσουν της διαφαινόμενη βουλγαρική απειλή, η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν στις 19 Μαΐου 1913 στη Θεσσαλονίκη, συνθήκη ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας. Το κείμενο της συνθήκης έφερε τις υπογραφές του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Βελιγράδι Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου και του πρεσβευτή της Σερβίας στην Αθήνα, Ματία Μπόσκοβιτς. Μετά τη συνθήκη αυτή, που συνοδευόταν από στρατιωτική σύμβαση «προς προετοιμασίαν και εξασφάλισιν των στρατιωτικών μέτρων αμύνης», Ελλάδα και Σερβία βρίσκονταν σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Βουλγαρία. Οι προσπάθειες του τσάρου της Ρωσίας Νικόλαου Β' να βρει σημεία προσέγγισης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία απέτυχαν, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση, προκειμένου να αποτρέψει την εχθρότητα της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας προς τις δύο χώρες (Ελλάδα και Σερβία), που θα απέβαινε υπέρ της Βουλγαρίας.

Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κατά των ελληνικών πληθυσμών και οι συγκεντρώσεις βουλγαρικών στρατευμάτων σε ευαίσθητα σημεία της Μακεδονίας, προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδας, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια επέδωσε διακοίνωση προς τη βουλγαρική κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου 1913. Η βουλγαρική κυβέρνηση όχι μόνο απέρριψε τη διακοίνωση, αλλά το απόγευμα της 16ης Ιουνίου διέταξε τα στρατεύματά της να επιτεθούν κατά των ελληνικών αποσπασμάτων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο Όρος και των σερβικών δυνάμεων στο Ιστίπ (σημερινό Στιπ της ΠΓΔΜ). Την επομένη, οι Βούλγαροι κατέλαβαν από τους Σέρβους τη Γευγελή (Γκεβγκλίγια της ΠΓΔΜ) στην κοιλάδα του Αξιού, με σκοπό να αποκόψουν την επαφή σερβικών και ελληνικών στρατευμάτων.
Η αντίδραση της Ελλάδας και της Σερβίας ήταν άμεση και αποφασιστική. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η Ελλάδα με αρχηγό τον βασιλιά Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη παρέταξε στα πεδία των μαχών 119.000 άνδρες, που στελέχωναν 10 μεραρχίες Πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού. Η Σερβία, με αρχηγό τον βασιλιά Πέτρο και επιτελάρχη τον βοεβόδα Ράντομιρ Πούτνικ, παρέταξε 260.000 άνδρες, από τους οποίους οι 12.000 ήταν η συνεισφορά του Μαυροβούνιο. Ο Βουλγαρικός στρατός αριθμούσε 576.000 άνδρες και τον διοικούσε ο βασιλιάς Φερδινάνδος, με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σάβοφ και επιτελάρχη τον στρατηγό Ιβάν Φίτσεφ.
Μετά τη βουλγαρική επίθεση, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον αρχιστράτηγο βασιλιά Κωνσταντίνο να αναληφθεί γενική αντεπίθεση, με πρώτο μέτρο την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τις στρατωνιζόμενες εκεί βουλγαρικές μονάδες, που ανέρχονταν σε 1.500 άνδρες. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν να αποσυρθούν και τότε ανέλαβε δράση η ΙΙ Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Καλάρη, η οποία ύστερα από ολονύκτια συμπλοκή τους εξανάγκασε να παραδοθούν στις 18 Ιουνίου. Η επιχείρηση εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης στοίχισε στις ελληνικές δυνάμεις 18 νεκρούς και 17 τραυματίες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ανήλθαν σε 60 νεκρούς, 17 τραυματίες και 1.360 αιχμαλώτους.
Ο κύριος στόχος του ελληνικού στρατηγείου ήταν η διάσπαση της οχυράς βουλγαρικής γραμμής Κιλκίς - Λαχανά - Δοϊράνης, που εάν επιτυγχάνετο θα σήμαινε την οριστική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ελληνικός στρατός προήλασε ταχύτατα και κατατρόπωσε του Βουλγάρους στις μάχες Καλινόβου - Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου1913). Στις 20 Ιουνίου η Χ Μεραρχία κατέλαβε τη Γευγελή, η οποία άλλαξε χέρια για τρίτη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο. Η καθοριστική ήττα των Βουλγάρων στο Κιλκίς προκάλεσε την αντικατάσταση του στρατηγού Σάβοφ με τον στρατηγό Ράτκο Ντιμιτρίεφ.
Οι Βούλγαροι έχοντας απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, υποχώρησαν προς τη Στρώμνιτσα (σημερινή Στρούμιτσα της ΠΓΔΜ) και τις Σέρρες, διαπράττοντας φοβερά εγκλήματα κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η Νιγρίτα, οι Σέρρες και το Δοξάτο ήταν οι πόλεις που έζησαν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων και έπαθαν τις μεγαλύτερες καταστροφές. Οι Έλληνες συνέχισαν την καταδίωξη των Βουλγάρων και μετά τις μάχες της Δοϊράνης (22 - 23 Ιουνίου), της Στρώμνιτσας (26 Ιουνίου) και του Ντεμίρ Χισάρ(σημερινό Σιδηρόκαστρο, 27 Ιουνίου), κατέλαβαν τις Σέρρες (28 Ιουνίου) και τη Δράμα (1 Ιουλίου).

Η προέλαση του ελληνικού στρατού επιβραδύνθηκε στα στενά της Κρέσνας (7 - 10 Ιουλίου). Η μάχη υπήρξε φονικότατη και έληξε με νίκη των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν τώρα επί βουλγαρικού εδάφους. Μία άλλη αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεφγκραντ), η οποία έληξε στις 18 Ιουλίου, την ημέρα της ανακωχής και της λήξης των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη μάχη της Τζουμαγιάς έχασε τη ζωή του ο ταγματάρχης Βελισσαρίου, ένας από τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων.


Η VIII Μεραρχία προήλασε στη Θράκη και κατέλαβε προσωρινά την Ξάνθη (13 Ιουλίου) και την Γκιουμουλτζίνα (σημερινή Κομοτηνή, 16 Ιουλίου). Μεγάλη συμμετοχή στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο είχε και το ελληνικό ναυτικό, που κατέλαβε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και προσωρινά το Ντεντέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη, 12 Ιουλίου). Αντίθετα, η νεοσύστατη ελληνική αεροπορία είχε μηδενική δράση, καθώς τα περισσότερα αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στο έδαφος, λόγω βλαβών, τις οποίες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Από την πλευρά του, ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε τους Βουλγάρους σε σειρά μαχών, με κυριότερη αυτή της Μπρεγκαλνίτσα (17 - 26 Ιουνίου) και τους απώθησε προς Ανατολάς στα παλαιά τους σύνορα. Στις 27 Ιουνίου 1913 μπήκε στο χορό και η Ρουμανία, η οποία κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Νότια Δοβρουτσά. Δύο ημέρες αργότερα, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τη δεινή θέση της Βουλγαρίας τής κηρύσσει τον πόλεμο και ανακαταλαμβάνει την Αδριανούπολη στις 9 Ιουλίου 1913.
Στις 18 Ιουλίου 1913, την ημέρα που ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ζήτησε και πέτυχε ανακωχή των πολεμικών επιχειρήσεων με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, τα ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν βαθιά μέσα στο βουλγαρικό έδαφος, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τη Σόφια, ενώ ο ρουμανικός στρατός απείχε 40 χιλιόμετρα από τη βουλγαρική πρωτεύουσα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στη συνέχιση του πολέμου μέχρι την κατάληψη της Σόφιας, αλλά τελικά, λόγω της σερβικής αδράνειας και της κοπώσεως του στρατού, πείστηκε στην αποδοχή της ανακωχής από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η συνέχεια ανήκει στη διπλωματία. Η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία τάχθηκαν με το πλευρό της Βουλγαρίας, Γαλλία και Γερμανία υποστήριξαν τις ελληνικές θέσεις, που συνοψίζονταν στην επέκταση των ελληνικών συνόρων στη γραμμή Μάκρης - Πέρελικ, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. Αγγλία και Ιταλία κράτησαν επιφυλακτική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1913 υπογράφτηκε τελικά από τους εμπολέμους (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο από τη μία πλευρά και Βουλγαρία από την άλλη) η συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία έληξε και τυπικά ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος και η οποία προέβλεπε:
Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται από τα σερβοβουλγαρικά στο όρος Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου.
Η Βουλγαρία διατηρεί το Μελένικο και το Νευροκόπι στη Β.Α. Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη μέχρι το λιμάνι του Ντεντέαγατς. Έτσι, ένα προαιώνιο όνειρο των Βουλγάρων για έξοδο στο Αιγαίο έγινε πραγματικότητα, έστω για μικρό χρονικό διάστημα.
Η Ρουμανία λαμβάνει το τετράγωνο Σιλιστρίας - Τουτουκάιας - Μπαλτσίκ.
Τα σερβοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται στη γραμμή του Άνω Αξιού.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με χωριστή συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, μετά των 40 Εκκλησιών και της Αδριανούπολης.
Η χώρα μας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο, με 5.851 νεκρούς, 23.847 τραυματίες και 188 αγνοουμένους. Συνολικά, οι Βουλγαρικές απώλειες έφθασαν τους 65.927 άνδρες (νεκρούς ή τραυματίες) και οι συμμαχικές, συμπεριλαμβανομένων Οθωμανών και Ρουμάνων τις περίπου 91.000 άνδρες. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου, ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που θα έβαζε και πάλι σε πολεμικές περιπέτειες τα βαλκανικά κράτη.

Ενώ στο μέτωπο συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις, στο Βουκουρέστι άρχιζε, στις 17 Ιουλίου, η διάσκεψη ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, μετά από σχετικό αίτημα της Βουλγαρίας. Την Ελλάδα αντιπροσώπευε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Κατά την πρώτη συνεδρίαση αποφασίστηκε η σύναψη πενθήμερης αναστολής των εχθροπραξιών, η οποία θα άρχιζε από την επομένη, 18 Ιουλίου.

Οι διαφορές γύρω από τον καθορισμό των Βουλγαρικών συνόρων με τη Ρουμανία και τη Σερβία επρόκειτο να ρυθμιστούν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. H Σόφια εντόπιζε τις προσπάθειές της στην εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής εξόδου προς τη θάλασσα του Αιγαίου. Οι Βούλγαροι, στην πρώτη επίσημη συνάντησή τους με τους Έλληνες αντιπροσώπους, πρότειναν ως ακραίο συνοριακό σημείο την κάθετη γραμμή από τον κόλπο του Ορφανού μέχρι τη συμβολή της Σερβοβουλγαρικής μεθορίου.

H Ελλάδα ζητούσε ως ακραίο συνοριακό σημείο τη γραμμή Μάκρης, 10 χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. H Βουλγαρία απέρριψε ως τελείως απαράδεκτη την πρόταση αυτή της Ελλάδας και αρνούνταν να αποδεχθεί την Ελληνική απαίτηση για την Καβάλα. H Αυστρία και η Ρωσία τάσσονταν στο πλευρό της Βουλγαρίας, υποστηρίζοντας ότι είναι δίκαιο να έχει η Βουλγαρία ένα λιμάνι στη θάλασσα του Αιγαίου.

Απέναντι στη φιλοβουλγαρική στάση της Αυστρίας και της Ρωσίας, η Ιταλία και η Αγγλία εμφανίζονταν περισσότερο επιφυλακτικές, ενώ η Γαλλία ήταν η μόνη που είχε ταχθεί υπέρ της Ελλάδας. Αλλά στις 24 Ιουλίου, ο Ρουμάνος πρωθυπουργός, Μαγιορέσκου, απείλησε ότι, αν η Βουλγαρική αντιπροσωπία δεν αποδεχόταν την Ελληνική απαίτηση για την Καβάλα, τότε η Ρουμανία και η Σερβία θα ακύρωναν τις συμφωνίες που εκείνες είχαν κάνει με τη Βουλγαρία και θα επαναλάμβαναν τις εχθροπραξίες.


Στο μεταξύ, ο Βενιζέλος εγκατέλειψε την απαίτηση για ακραίο συνοριακό σημείο τη γραμμή Μάκρης-Πέριλικ, προκειμένου να εξασφαλίσει την επέκταση των Ελληνικών συνόρων ως το Νέστο ποταμό, 50 χιλιόμετρα ανατολικά της Καβάλας. Έτσι, κάμφθηκε η Βουλγαρική επιμονή και έγιναν αποδεκτές οι Ελληνικές απαιτήσεις και από τους Βούλγαρους.

Στις 28 Οκτωβρίου υπογράφτηκε οριστικά στο Βουκουρέστι το κείμενο της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στη Βουλγαρία, από τη μία πλευρά, και τη Ρουμανία, την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο και την Σερβία, από την άλλη, με την οποία τερματιζόταν η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των Βαλκανικών κρατών.

Με τα άρθρα 2, 3 και 4 καθορίζονταν τα νέα σύνορα της Βουλγαρίας με τη Ρουμανία και τη Σερβία. Με το άρθρο 5 προβλεπόταν η χάραξη της οροθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας από την κορυφογραμμή του όρους Μπέλες, συναντούσε το Στρυμόνα στη συμβολή με το Μπίστριτσα, κατευθυνόταν μέσω του υψώματος Περίβλεπτο-ύψωμα Πλάκες και του όρους Κουσλάρ στις εκβολές του Νέστου ποταμού.

Δηλαδή περιέρχονταν στη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη και η περιοχή Μελένικο και Νευροκόπι, ενώ ο υπόλοιπος χώρος που είχε απελευθερωθεί από τον Ελληνικό στρατό παρέμενε τελικά στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, επιπλέον, περιερχόταν και η Κρήτη, η οποία με την προκαταρκτική συνθήκη του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913) είχε παραχωρηθεί από την Τουρκία στους συμμάχους, αφού η Βουλγαρία παραιτούνταν και τυπικά από κάθε αξίωσή της.

Τα Προηγηθέντα της Συνθήκης

Οι διαπραγματεύσεις της διάσκεψης για τη συνομολόγηση της συνθήκης αυτής διεξάχθηκαν στο Βουκουρέστι σε έναν αγώνα προσδιορισμού των νέων συνόρων και ειδικότερα των Σερβοβουλγαρικών και των Ελληνοβουλγαρικών (στη Θράκη). Πριν όμως τη σύγκληση της διάσκεψης αυτής είχαν προηγηθεί οι ακόλουθες πολιτικές, διπλωματικές και άλλες στρατιωτικές ενέργειες:

Στις 26 Απριλίου (1913) ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος ενημερώνει εγγράφως τον Στογιάν Δάνεφ περί μη ύπαρξης σχετικής συμφωνίας μεταξύ Σερβίας και Ελλάδος δηλώνοντάς του πως γενικά οι Έλληνες επιθυμούν να καταστήσουν την υπό κυριαρχία τους Θεσσαλονίκη ελεύθερο λιμένα και επιπρόσθετα πως αν επιχειρηθεί χωριστή συμφωνία με τη Βουλγαρία οι Έλληνες είναι πρόθυμοι να παύσουν να ενδιαφέρονται για τις Σερβοβουλγαρικές διαφορές που αφορούσαν το Μοναστήρι κ.ά.


(Σημειώνεται πως την πρόταση αυτή του Βενιζέλου επικαλέστηκε αργότερα ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσοφ σε Γαλλόφωνο βιβλίο που εξέδωσε προκειμένου να αποδείξει ότι η Ελλάδα τότε, στο Βουκουρέστι, δεν απαιτούσε κανένα ζωτικό συμφέρον στη διανομή της Μακεδονίας).

Παράλληλα όμως ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Γκέσοφ επιζητούσε πρώτα να επιλυθεί, με τη βοήθεια της ομόθρησκης Ρωσίας, η Σερβοβουλγαρική διαφορά προκειμένου στη συνέχεια να μείνει μόνο εκείνη με την Ελλάδα (κατά τις επιστολές Γκέσοφ - Σαζόνοφ). Την ίδια περίοδο η Αυστροουγγαρία συμβουλεύει τη Βουλγαρία να λάβει υπόψη της την κατάσταση όπως εξελίχθηκε και να προβεί σε θυσίες προκειμένου να φτάσει σε συμφωνία με τη Ρουμανία.

Στο μεταξύ στις 19/30 Μαΐου 1913 υπογράφεται η Συνθήκη Λονδίνου (1913) σύμφωνα με την οποία όλα τα εδάφη δυτικά της "Γραμμής Αίνου-Μηδείας", εκτός Αλβανίας, παραχωρούνται στους νικητές, καθώς και κάποια εδάφη της Θράκης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Δυστροπώντας όμως οι Βούλγαροι να εκκενώσουν εδάφη που παραχωρούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Σουλτάνος διέταξε τον Ισμέτ πασά με Τουρκικές δυνάμεις να εισβάλει στα συγκεκριμένα κατεχόμενα υπό τη Βουλγαρία εδάφη και να ανακαταλάβει αυτά. Ο Ισμέτ πασάς, όμως, προήλασε και πέραν της γραμμής Αίνου-Μηδείας καταλαμβάνοντας και την Αδριανούπολη.

Όταν όμως έγινε γνωστό ότι Τούρκοι αιχμάλωτοι και Μουσουλμανικοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν σε αντίποινα από τους Βουλγάρους, ο Σουλτάνος απείλησε έναρξη νέου πολέμου (σημειώνεται πως αντ' αυτού και μετά την παρούσα συνθήκη ακολούθησαν η διμερής Βουλγαροτουρκική Συνθήκη Κωνσταντινούπολης το 1913, και η Ελληνοτουρκική Συνθήκη Αθηνών, το 1913).


Οι Μεγάλες Δυνάμεις

Η θέση των Μεγάλων Δυνάμεων όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης των Βαλκανικών Βασιλείων στο Βουκουρέστι, και ειδικότερα επί των Ελληνικών αιτημάτων, ήταν η ακόλουθη:

1. Τόσο πρώτη η Γερμανία όσο και η Γαλλία υποστήριξαν θερμά τις Ελληνικές θέσεις και μάλιστα σε βαθμό που η δεύτερη εκ του γεγονότος αυτού να περιέλθει σε διπλωματική ψυχρότητα με τη σύμμαχό της Ρωσία.

2. Η Ρωσία αντίθετα υποστήριξε θερμά όλα τα αιτήματα της Βουλγαρίας, όπως την παραχώρηση της Καβάλας κ.ά.

3. Αλλά και η Αυστροουγγαρία υποστήριξε επίσης τη Βουλγαρία, και συγκεκριμένα ο υπουργός Εξωτερικών της, κόμης Μπέτερχολντ, εξέφρασε την «αδικία» σε βάρος της Βουλγαρίας που επιχειρούνταν με τη διαρρύθμιση των συνόρων της με την Ελλάδα και τη Σερβία, προβάλλοντας λόγους τόσο εθνολογικούς όσο και οικονομικούς.

4. Τέλος η Αγγλία και η Ιταλία δεν εναντιώθηκαν αλλά ούτε και υποστήριξαν τα Ελληνικά αιτήματα και ιδιαίτερα για την παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία. Αξίζει όμως να αναφερθεί η διπλωματική στάση της Αγγλίας, όπως δηλώθηκε από τον πρέσβη της στο Ρουμάνο πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών Μαγιορέσκου, που είχε ως εξής:

«Οποιαδήποτε κι αν είναι η απόφαση της Συνδιάσκεψης αυτής του Βουκουρεστίου, η Αγγλική κυβέρνηση επιφυλάσσει στον εαυτόν της το δικαίωμα της αναθεώρησής της, προς υπεράσπιση των Βρετανικών συμφερόντων».

Επειδή στη θέση αυτή δε συνέπραξαν το ίδιο και οι πρέσβεις της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αναγκάστηκε ο Άγγλος πρέσβης να σπεύσει και να αποσύρει έγκαιρα την παραπάνω δήλωσή του ανακοινώνοντας σχετικά στον Μαγιορέσκου την απόφασή του αυτή.

Η Συνθήκη

Γενικά η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) με την άμεση σχετικά συνομολόγηση και υπογραφή της υπήρξε πολύ σημαντική ιδιαίτερα στους Συμμάχους (Ελλάδα, Σερβία και Ρουμανία) διά της οποίας, εκτός του ότι ορίστηκαν τα σύνορα της ηττημένης Βουλγαρίας με τις όμορες σύμμαχες και νικήτριες χώρες, ταυτόχρονα απετράπη και η όποια ανάμειξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε Βαλκανικά πλέον ζητήματα, εκτός από της εκ μέρους της τελευταίας ανακατάληψη της Αδριανούπολης καθώς και τμημάτων της Ανατολικής Θράκης μέχρι τον ποταμό Έβρο. 

Πρόσθετα όμως για την Ελλάδα με τη συνθήκη αυτή άρχισε και να οριστικοποιείται και η ποθητή λύση ενός μεγάλου επίσης ζητήματος, του Κρητικού, που ακόμα χρονοτριβούσε. Αν και η συνθήκη αυτή δε συμπεριέλαβε διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό συνόρων μεταξύ των νικητριών χωρών, εντούτοις οι κύριες συνέπειες εξ αυτής της ήταν:

1) Η Σερβία να λάβει υπό τη κυριαρχία της όλη τη βόρεια Μακεδονία μέχρι τη Ραντοβίτσα και τη Στρομνίτσα περιλαμβάνοντας το Μοναστήρι και το μεγαλύτερο τμήμα του Βαρδάρη (Βαρντάσκας). Τα δε Ελληνοσερβικά σύνορα είχαν όμως καθοριστεί από συνελθούσα ειδική διμερή επιτροπή που συνέταξε ιδιαίτερο πρακτικό το οποίο και είχαν προσυπογράψει, επτά ημέρες πριν, στις 3 Αυγούστου 1913, οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Σερβίας, Ελευθέριος Βενιζέλος και Νικόλα Πάσιτς, αντίστοιχα.

2) Τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα (οροθετική γραμμή) σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης και του προσαρτημένου στη συνθήκη Πρωτοκόλλου της 17ης Αυγούστου (1913) καθορίζονται ανατολικά μεν μεταξύ του όρους Μπέλες και των εκβολών του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο, και βόρεια από εγγύς Στρομνίτσας μέχρι όρους Μπέλες.

3) Η Ρουμανία μετά την επίθεση που ξεκίνησε η Βουλγαρία παρασυρόμενη από το πάθος πολεμικής λύσης είχε εισβάλει στη Βουλγαρία, από την οποία και προσάρτησε τη βουλγαρική Δομβρουτσά.

4) Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία επανέκτησε την Αδριανούπολη και τμήματα της Ανατολικής Θράκης.

5) Αλλά και η Βουλγαρία, αν και ηττημένη, διατήρησε το Μελένοικο και το Νευροκόπι στη βόρεια Μακεδονία καθώς και τη Δυτική Θράκη, εκτός της Καβάλας. Συνεπώς η Βουλγαρία, από τη συνθήκη αυτή, εξήλθε πολλαπλά κερδισμένη τόσο σε έκταση, όσο και σε πληθυσμό. Συγκεκριμένα έστω και με τα εδάφη που της απέμειναν από εκείνα που είχε προσαρτήσει στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο έφτανε σε έκταση και πληθυσμό την Ελλάδα, υπερβαίνοντας και τη Σερβία.



Έτσι, έληξε ο B' Βαλκανικός πόλεμος, κατά τον οποίο ο Ελληνικός στρατός επέδειξε απαράμιλλο ηρωισμό και έγραψε μία από τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία του Ελληνικού έθνους.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

.

.


Powered By BloggerTips.gr