Εκ Των Έσω: Πώς Και Γιατί (Ξανά)Κάηκε Η Ελλάδα Από Το Γιάνη Βαρουφάκη


Η θέση ενός αναλυτή είναι εκ φύσεως μία θέση εμπιστοσύνης. Ο αναλυτής καλείται να συγκεντρώσει στοιχεία, να τα μελετήσει και να καταθέσει τα συμπεράσματα του.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας μου ως αναλυτής των αγορών μου ζητήθηκε η ανάλυση μου πολλές φορές, από πληθώρα πολιτικών, εντός και εκτός Ελλάδας, και την παρείχα πάντα, ανεξαρτήτως κόμματος και ιδεολογίας. Έτσι, έτυχε να ζήσω από πολύ κοντά όλες τις δραματικές καταστάσεις της ελληνικής κρίσης και μεταξύ αυτών και της διαπραγμάτευσης του Γιάνη Βαρουφάκη στο πρώτο εξάμηνο του 2015.
Ωστόσο, όπως για καμία άλλη περίσταση, έτσι ούτε και γι’ αυτήν, δεν αποκάλυψα έγγραφα ή απόρρητες πληροφορίες. Ο ρόλος μου είναι να κάνω την αντικειμενικότερη δυνατή ανάλυση όχι να υποδύομαι τον ιδιοκτήτη των wikileaks.
Γι’ αυτό ακριβώς και οι αναλύσεις μου για την περίοδο της διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη σταματούν πάντα στην βλάβη που υπέστη η Ελλάδα εκείνο το διάστημα, της οποίας το δραματικό μέγεθος δεν έχουν αντιληφθεί πλήρως, ακόμη, ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι πολίτες.
Προκειμένου να απαντήσω, λοιπόν, στο ερώτημα αναγνωστών ως προς το τί διαφορετικό θα μπορούσε να είχε κάνει ο Γιάνης Βαρουφάκης εκείνο το διάστημα θα απαντήσω παραθέτοντας μία σειρά από στοιχεία και θα αρκεστώ στο να αναφέρω το απολύτως απαραίτητο, για την κατανόηση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν, παρασκήνιο.
Στα τέλη του 2014 η οικονομική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ με επικεφαλής όχι τον κ. Βαρουφάκη αλλά άλλον οικονομολόγο, υψηλόβαθμο αξιωματούχο και των δύο μετέπειτα κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, προχώρησε στη σύνταξη μίας διαπραγματευτικής πρότασης η οποία ήταν ρεαλιστική και με βάση όλα τα διαθέσιμα σε εκείνη τη φάση στοιχεία, θετική για την Ελλάδα. 
Η πρόταση αυτή θα οδηγούσε σε μία γρήγορη διαπραγμάτευση εκμεταλλευόμενη την μεγάλη ορμή του ΣΥΡΙΖΑ και με ελάχιστες υποχωρήσεις η Ελλάδα θα επιχειρούσε στο 2015 να κάνει το μπει σε μία ουσιαστική φάση ανάρρωσης, εκμεταλλευόμενη, μεταξύ άλλων, τόσο το γεγονός ότι οι αγορές είχαν ανοίξει, ήδη, από το 2014, με τις δύο εξόδους της προηγούμενης κυβέρνησης, όσο και το ότι είχαν επιστρέψει καταθέσεις στις τράπεζες, που σε συνδυασμό με την ενίσχυση της κεφαλαιοποίησης τους λόγω της ανόδου του Χρηματιστηρίου Αθηνών αλλά και της πτώσης του κόστους δανεισμού τους λόγω της μείωσης των σπρεντ των κρατικών ομολόγων, δημιουργούσαν για πρώτη φορά συνθήκες για την αποκατάσταση του βασικού ρόλου των τραπεζών, δηλαδή να στηρίζουν και όχι να επιβαρύνουν την ελληνική οικονομία.
Επιπλέον, η δεδομένη, σε αυτήν την περίπτωση, συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αναμενόταν να μειώσει μέχρι και κατά 3.5 μονάδες βάσης το επιτόκιο δανεισμού της χώρας, τοποθετώντας το μεταξύ 2% και 4%, δηλαδή σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για τη χώρα, κλείνοντας το κεφάλαιο «Μνημόνια» οριστικά. Αυτό θα πίεζε πολύ χαμηλότερα το κόστος δανεισμού των μεγαλύτερων ελληνικών εταιριών από τις διεθνείς αγορές και μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών η Ελλάδα θα είχε μια διαφορετική εικόνα.
Όσα περιγράφονται παραπάνω δεν αποτελούν θαύμα αλλά απλά περιγράφουν τους μηχανισμούς που λειτουργεί το χρηματοπιστωτικό και χρηματοοικονομικό σύστημα. Πράγματι, στο παρακάτω διάγραμμα με στοιχεία από τη Reuters, το οποίο δημοσιεύω για πρώτη φορά, παρουσιάζεται το χρονογράφημα της ελληνικής κρίσης, όπως αποτυπώθηκε στα επιτόκια των ελληνικών 10ετών ομολόγων (πάνω μέρος) αλλά και στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης (κάτω μέρος).
Από την κορύφωση της κρίσης το 2012 μέχρι την ώρα που ανέλαβε η κυβέρνηση Τσίπρα, η Ελλάδα αναβαθμίστηκε από τους οίκους αξιολόγησης 5 φορές, τις τρεις πριν βγει για πρώτη φορά στις αγορές το 2014 και τις επόμενες δύο από τη δεύτερη έξοδο της και μετά. Ήταν η ταχύτερη αναβάθμιση της Ελλάδας  στην ιστορία της. Μέσα σε μόλις έξι μήνες διαπραγμάτευσης υπό τον κ. Γιάνη Βαρουφάκη, όχι μόνο ανατράπηκε η θεαματική πορεία αναβαθμίσεων των προηγούμενων ετών αλλά η χώρα υποβαθμίστηκε κατά τρεις βαθμίδες, σπάζοντας σε ταχύτητα υποβαθμίσεων ακόμη και το αρνητικό ρεκόρ που είχε καταγραφεί στην αρχή της ελληνικής κρίσης, επί κυβερνήσεως Παπανδρέου. Ποτέ, καμία άλλη αναπτυγμένη χώρα του κόσμου, δεν υποβαθμίστηκε τόσο έντονα σε ένα εξάμηνο όσο η Ελλάδα στο α’ εξάμηνο του 2015.
Και πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί κάτι τέτοιο αφού πέρα από την καταστροφή στην ελληνική οικονομία, τη διάλυση των τραπεζών, την επιβολή capital controls και το διχαστικό δημοψήφισμα απάτη, η κυβέρνηση Τσίπρα μετά από πρόταση του επικεφαλής διαπραγμάτευσης κ. Βαρουφάκη είχε την εξωφρενική ιδέα να αφήσει τη χώρα να πτωχεύσει για ένα πενιχρό ποσό απέναντι στο ΔΝΤ και να γίνει η πρώτη αναπτυγμένη χώρα διεθνώς που κρατά ένα τέτοιο ρεκόρ, οδηγώντας το επιτόκιο των κρατικών ομολόγων από το 5% κοντά στο 15% μέσα σε μήνες.

Τον Ιούλιο του 2015, για πρώτη φορά μετά το PSI και την επαναγορά ομολόγων του 2014, το ΔΝΤ έκρινε το χρέος άκρως μη βιώσιμο, προβλέποντας την εκτόξευση του σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μέχρι το 2017, όπως και συνέβη.  Και αυτό ενώ μέχρι τις αρχές του 2015, με τα ίδια ακριβώς μοντέλα – όχι άλλα, το ελληνικό χρέος κρινόταν βιώσιμο και προβλεπόταν μείωση του στο 124% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 και μείωση κοντά στο 100% μέχρι το 2022. Και αυτό χωρίς καμία ελάφρυνση για το χρέος, την οποία ήταν δεδομένο ότι θα έπαιρνε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αν ακολουθούσε το αρχικό σχέδιο διαπραγμάτευσης που είχε συνταχθεί από άλλη ομάδα με άλλον επικεφαλής, και η οποία άνοιγε την πόρτα ώστε το ελληνικό χρέος να βρίσκεται στο 90% του ΑΕΠ το 2022, κάτω από τα σημερινά επίπεδα της Γαλλίας και κάτω από τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν σε όλο το διάστημα από το 1988 και μετά (δείτε τη σχετική αναφορά του ΔΝΤ εδώ).
Αυτή ήταν η προδιαγεγραμμένη πορεία μίας άλλης Ελλάδας, η οποία θα άφηνε πίσω της την κρίση και θα ξεκινούσε μία ταχεία επούλωση των μεγάλων πληγών της. Όμως αυτή η Ελλάδα ήταν χωρίς τον κ. Γιάνη Βαρουφάκη στο τιμόνι της οικονομίας της. Τί συνέβη, λοιπόν και οδηγηθήκαμε στην καταστροφή; Γιατί εγκαταλείφθηκε ο αρχικός σχεδιασμός για μία σοβαρή διαπραγμάτευση;
Αυτό που συνέβη είναι πως μετά την ολοκλήρωση του αρχικού προσχεδίου διαπραγμάτευσης από τους σοβαρότερους οικονομολόγους του ΣΥΡΙΖΑ υπό την εποπτεία του αρχικού επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, ακολούθησε η παρουσίαση του στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, όπου οι αντιδράσεις των συνιστωσών ήταν εκκωφαντικές. Στελέχη που σήμερα δεν ανήκουν πια στον ΣΥΡΙΖΑ και άλλα που παραμένουν, απείλησαν ότι θα καταψηφίσουν οποιοδήποτε νόμο πάει στη Βουλή βασισμένο στη συγκεκριμένη διαπραγμάτευση, η οποία μέσα από το ρεαλισμό της ακύρωνε προηγούμενες ανεδαφικές και ουτοπικές προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όπως για μονομερή διαγραφή του χρέους, μονομερή κατάργηση του Μνημονίου με ένα νόμο κλπ.
Τότε ο Αλ. Τσίπρας βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα «διατήρηση της εξουσίας και ρήξη με πιθανή την καταστροφή της χώρας ή εκλογές και σοβαρή διαπραγμάτευση για να βγούμε απ’ τα Μνημόνια»; Προφανώς επέλεξε το πρώτο και ήταν τότε που αποφασίστηκε η αντικατάσταση του αρχικού επικεφαλής της διαπραγμάτευσης από τον κ. Βαρουφάκη.
Στις πρώτες ημέρες που ο κ. Βαρουφάκης ανέλαβε επικεφαλής της ομάδας διαπραγμάτευσης, τη διέσπασε στα δύο, απομονώνοντας τους οικονομολόγους της πρώτης ομάδας και επιλέγοντας «δικά του» άτομα. Αυτό που δε γνώριζε μέσα στην έπαρση του, ήταν πως κάποια από τα ίδια αυτά άτομα τα οποία επέλεξε, είχαν εισηγηθεί νωρίτερα στο ΣΥΡΙΖΑ να μη γίνει ποτέ και σε καμία περίπτωση επικεφαλής της διαπραγμάτευσης ο κ. Βαρουφάκης, γιατί τον θεωρούσαν παντελώς αδαή και άκρως επικίνδυνο.
Τί έκανε, λοιπόν, ο κ. Βαρουφάκης σε αυτήν την περίφημη διαπραγμάτευση; Η αποστομωτική απάντηση είναι «τίποτα» ή τουλάχιστον τίποτα που να είχε σχέση με διαπραγμάτευση. Περνούσαν ημέρες, εβδομάδες και μήνες και δεν κατέθεσε ποτέ, ούτε μία κοστολογημένη πρόταση για οτιδήποτε, ούτε καν για τη μείωση του ελληνικού χρέους. Σε ακριβώς αντίθετη τροχιά, η ομάδα του προηγούμενου επικεφαλής είχε απολύτως κοστολογημένες προτάσεις και συγκεκριμένες θέσεις για τη μείωση του χρέους, τις οποίες ο κ. Βαρουφάκης απέρριψε εν μία νυκτί.
Όσο οι μήνες περνούσαν και η οικονομία καταστρεφόταν, άτομα μέσα από την ομάδα του κ. Βαρουφάκη με τα οποία ήμουν σε συνεχή επικοινωνία, βυθίζονταν σε πλήρη απόγνωση, βλέποντας τη χώρα να καταστρέφεται και εκείνους να πηγαινοέρχονται στις Βρυξέλλες με άδεια χέρια. Χαρακτηριστικό της «καραντίνας» στην οποία είχε βάλει την προηγούμενη ομάδα διαπραγμάτευσης ο κ. Βαρουφάκης και της μυστικότητας με την οποία κινούνταν ο ίδιος, είναι το γεγονός ότι μέλη της ομάδας του απευθύνονταν σε εμένα για να μάθουν τη γνώμη του προηγούμενου επικεφαλής για τα όσα συνέβαιναν και για τον αν προτίθετο να παρέμβει για να σταματήσει τη φωτιά, πριν κάψει ολόκληρη τη χώρα. αφού ο κ. Βαρουφάκης δεν ήθελε να έχουν καμία επαφή μαζί του.
Όμως η οποιαδήποτε σκέψη παρέμβασης σταματούσε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος είχε δώσει εν λευκό τον απόλυτο έλεγχο της διαπραγμάτευσης στον κ. Βαρουφάκη, με την σαφή εντολή σε όλους τους υπουργούς του να τον υπακούν τυφλά.
Δεν υπήρξε υπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο να επικοινώνησα στο διάστημα εκείνο που να μην ανέφερε, με τον έναν ή άλλον τρόπο, την εξής φράση:»ο Γιάνης είπε ότι..». Ξαφνικά κάθε λογικός άνθρωπος μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ είχε ακυρωθεί και υποχρεωθεί να πιστεύει κάθε ασυναρτησία που έβγαινε από τον ζωσμένο με ένα εκρηκτικό μείγμα, Γιάνη Βαρουφάκη. Ένα μείγμα που αποτελείτο από ένα τμήμα αλαζονείας, ένα ψευδοεπαναστατικών ιδεών και ένα πλήρους σύγχυσης για τον τρόπο που δουλεύουν στην πράξη και όχι στη θεωρία οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί.
Μέσα σε αυτό το απόλυτο χάος συζητήσεις από υπουργούς σχετικά με το αν η Ελλάδα θα μπορούσε να πάρει δάνεια από την τράπεζα των BRICS, τη Σαουδική Αραβία, τη Ρωσία ή αλλού, άρχισαν να αναριχώνται στην κορυφή της επίσημης ατζέντα της χώρας, κάνοντας τα μέλη της προηγούμενης διαπραγματευτικής ομάδας καθώς και τα σοβαρά μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας υπό τον κ. Βαρουφάκη να πέφτουν σε κατάθλιψη.
Ήταν τότε που ανέλαβα την πρωτοβουλία να επικοινωνήσω με τον υπεύθυνο νομικό εκπρόσωπο της Ελλάδας στο PSI, τον Αμερικανό δικηγόρο που είχε προτείνει απ’ το 2010 η χώρα να χρησιμοποιήσει το πανίσχυρο διαπραγματευτικό χαρτί της που δεν ήταν άλλο από το ότι το δίκαιο των συμβάσεων των ομολόγων της ήταν ελληνικό και ελεγχόμενο από την Ελλάδα και να του ζητήσω να καταρτίσουμε μία πρόταση για τη ρύθμιση του χρέους η οποία να μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τους δανειστές. Την πρόταση, αυτή, η οποία προσέγγιζε το πρόβλημα του χρέους με έναν εντελώς καινοτόμο τρόπο που μάλιστα δεν επιβάρυνε καθόλου τους δανειστές, κατέθεσα τόσο στον αρχικό επικεφαλής της διαπραγμάτευσης όσο και στον πρωθυπουργό.
Όμως, μετά από ένα ραντεβού του κ. Βαρουφάκη με τον Αμερικανό νομικό και την ενημέρωση του ότι η Ελλάδα δεν προτίθετο να διαπραγματευτεί αλλά σκόπευε να έρθει σε ευθεία ρήξη με τους εταίρους, η πρόταση απορρίφθηκε, για να ακολουθήσουν το κλείσιμο των τραπεζών, η πτώχευση στο ΔΝΤ, το δημοψήφισμα, οι εκλογές και το τρίτο Μνημόνιο.
Πριν πω περισσότερα, όμως, ας κλείσω επαναλαμβάνοντας το εξής: Κανείς δεν έχει ακόμη αντιληφθεί, πλήρως, τη βλάβη που προκλήθηκε στην ελληνική οικονομία και στη χώρα μας από τις κινήσεις του Γ. Βαρουφάκη στο πρώτο εξάμηνο του 2015. Η λέξη καταστροφή δεν είναι αρκετή για να την περιγράψει. Η πορεία της Ελλάδας άλλαξε για δεκαετίες. Η Ελλάδα, κυριολεκτικά, θα ήταν μία άλλη χώρα.
Και αυτή η άποψη προέρχεται από έναν αναλυτή ο οποίος έκανε τη σκληρότερη κριτική σε όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, από τον Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι τον Κώστα Σημίτη και από τον Κώστα Καραμανλή μέχρι τους πρωθυπουργούς της κρίσης, Γιώργο Παπανδρέου, Αντώνη Σαμαρά και σήμερα Αλέξη Τσίπρα. Θυμίζω στους αναγνώστες πως έχω γράψει ένα βιβλίο κατακρίνοντας το PSI, όχι γιατί δεν έπρεπε να γίνει αλλά γιατί μπορούσε να γίνει με τρόπο που θα βοηθούσε πολύ περισσότερο την Ελλάδα και κατέκρινα, επίσης, την επαναγορά ομολόγων από την κυβέρνηση Σαμαρά, όχι γιατί ζημίωσε τη χώρα αλλά γιατί σχεδιάστηκε με τρόπο που κόστισε σε επιπλέον κέρδος γι’ αυτήν.
Και προς αποκατάσταση της αλήθειας αλλά και για να απαντήσω, με την ευκαιρία, στον ισχυρισμό του προέδρου της Ένωσης Κεντρώων κύριο Βασίλη Λεβέντη, που στην εκπομπή του κυρίου Νίκου Χατζηνικολάου υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός με κρατά «αμόλυντο» για να με υπουργοποιήσει πριν τις επόμενες εκλογές, να πω ότι οι προτάσεις που ήταν να γίνουν έχουν ήδη γίνει προ πολλού, μερικές από αυτές εγγράφως και τις απέρριψα, ευγενικά, όλες. Όπως απέρριψα και όλες τις προηγούμενες από άλλα κόμματα.
Η ανάλυση είναι αντικειμενική όταν είναι υπερκομματική. Όλα τα άλλα είναι «βαρουφακισμοί».
Πάνος Παναγιώτου
analitis.gr


Διαβάστε ακόμα:

.

.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Περισσότερα για εσάς

by anemosanatropis

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *





Powered By BloggerTips.gr